
Δικηγόροι εμπορικού και εταιρικού δικαίου
ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ
Η Δικηγορική Εταιρεία Οικονόμου και Συνεργάτες, παρέχει από το 1952 νομικές υπηρεσίες σε επιχειρήσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Οι δικηγόροι μας έχουν μακρόχρονη εμπειρία και εξειδίκευση στον τομέα του εμπορικού και εταιρικού δικαίου και των δημόσιων διαγωνισμών.
H δικηγορική μας εταιρεία περιελήφθη στα Leading Law Firms της Ελλάδος, για την εμπειρία και εξειδίκευση των δικηγόρων μας στο εμπορικό και εταιρικό δίκαιο, σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας ΤΟ ΒΗΜΑ. Μπορείτε να διαβάσετε την συνέντευξη του Διαχειριστή της δικηγορικής μας εταιρείας, εδώ: Leading Law Firms in Greece.
Σήμερα το δικηγορικό γραφείο μας λειτουργεί στην Αθήνα, στο Κολωνάκι, στην οδό Ομήρου 21, και στη Γλυφάδα, στην οδό Λαζαράκη 27 ( τηλεφωνικό κέντρο 210 7231630 ) στελεχωμένο από άριστους και έμπειρους δικηγόρους.
ΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΑΣ
Ο διαχειριστής μας Στέφανος Π. Οικονόμου, είναι δικηγόρος στον Άρειο Πάγο και τελείωσε πρώτος τη Νομική Σχολή με διάκριση ΑΡΙΣΤΑ. Κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο D.E.A. από το University of Paris και μιλάει Αγγλικά και Γαλλικά.
Η νέα γενιά της δικηγορικής μας εταιρείας συνεχίζει την παράδοση στο εμπορικό και εταιρικό δίκαιο.
Ο Παναγιώτης Οικονόμου είναι εμπορικολόγος και έχει λάβει LLM Commercial and Corporate Law από το Queen Mary University of London.
Η Φανή Οικονόμου έχει εξειδικευθεί (PGD) στο Φορολογικό Δίκαιο στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Τη δικηγορική μας εταιρεία πλαισιώνουν έμπειροι δικηγόροι στο εμπορικό και εταιρικό δίκαιο: Ελένη Νικολάκη, Ιωάννα Αναγνωστοπούλου, Πέγκυ Κοροτζή, Αλεξάνδρα Καρανίκα, Χριστίνα Χάλαρη.

Η ΠΟΛΥΧΡΟΝΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΜΕΓΑΛΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ
Ο δικηγόρος Στέφανος Οικονόμου έχει θητεύσει επί σειρά δεκαετιών ως Διευθυντής Νομικών Υπηρεσιών γνωστών εταιρειών. Αυτή η αποδεδειγμένη εμπειρία του επιτρέπει στην δικηγορική μας εταιρεία να παρέχει νομικές υπηρεσίες σε θέματα εμπορικού και εταιρικού δικαίου ως τμήμα της κάθε επιχείρησης, καταλαβαίνοντας τις ιδιαιτερότητες και την κουλτούρα κάθε εταιρείας. Αναφέρουμε παρακάτω χαρακτηριστικές πολύχρονες συνεργασίες που αποδεικνύουν την εμπειρία μας στο εμπορικό και εταιρικό δίκαιο.
α/ Ο Στέφανος Οικονόμου, κατείχε επί 21 χρόνια τη θέση του Διευθυντή Νομικού Τμήματος και Εταιρικής Συμμόρφωσης (Head of Legal and Compliance) και Γενικού Γραμματέα του Διοικητικού Συμβουλίου στη φαρμακευτική βιομηχανία Boehringer Ingelheim Ελλάς ΑΕ, θυγατρική πολυεθνικής εταιρείας με παγκόσμια παρουσία.
Από τη θέση αυτή ασχολήθηκε με όλα τα εμπορικά και εταιρικά νομικά θέματα όπως αντιδικίες με φαρμακέμπορους, υποθέσεις product liability, υποθέσεις ανταγωνισμού, μεταβιβάσεις μετοχών, συγχωνεύσεις, ζητήματα με προμηθευτές, εμπορικές μισθώσεις και πολλά άλλα.
β/ Επί σχεδόν 20 έτη η δικηγορική μας εταιρεία κατείχε τη θέση του εξωτερικού νομικού συμβούλου της εταιρείας κινητής τηλεφωνίας WIND ΕΛΛΑΣ ΑΕ (πρώην ΤΙΜ και ήδη NOVA). Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας αυτής αναλάβαμε πλήθος εμπορικών αντιδικιών με εμπορικούς συνεργάτες, franchisees, προμηθευτές και πελάτες. Αναλάβαμε την ίδρυση θυγατρικών εταιριών και συγχωνεύσεις, την κατοχύρωση εμπορικών σημάτων, την υποστήριξη σε θέματα ελεύθερου και αθέμιτου ανταγωνισμού και τη δημιουργία του δικτύου franchise της εταιρείας. Εκπονήσαμε κάθε είδους εμπορική σύμβαση, όπως συμβάσεις διανομής και αντιπροσωπείας, συμβάσεις προμήθειας εξοπλισμού, συμβάσεις συνδρομητών, εμπορικές συμβάσεις, εμπορικές μισθώσεις, συμβάσεις συνεργασίας, συμβάσεις franchise και πολλά άλλα.
γ/ Επί 12 έτη η δικηγορική μας εταιρεία συνεργάστηκε, ως εξωτερικός νομικός σύμβουλος της εταιρείας Edwards Lifesciences Ellas που δραστηριοποιείται διεθνώς στον τομέα των medical equipment. Στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας, υποστηρίξαμε την εταιρεία σε όλα της τα εμπορικά θέματα και σε θέματα συμμετοχής σε δημόσιους διαγωνισμούς, ασκώντας προδικαστικές προσφυγές και αιτήσεις ακύρωσης στο Διοικητικό Εφετείο.
δ/ Επί 35 χρόνια οι δικηγόροι - εμπορικολόγοι μας συνεργάζονται με τον όμιλο εταιρειών εστίασης Βλάσης Σταθοκωστόπουλος που λειτουργεί μερικά από τα γνωστότερα εστιατόρια και αναψυκτήρια της Αθήνας, όπως το ZONARS, τον Διόνυσο, Penarubia, Notos café, Baraonda, Ιθάκη, Εν πλω κλπ., σε θέματα εμπορικού και εταιρικού δικαίου.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΜΑΣ
Η δικηγορική μας εταιρεία έχει τεράστια δικαστική εμπειρία σε εμπορικές, εταιρικές αντιδικίες και δημόσιες συμβάσεις. Οι δικηγόροι εμπορικού δικαίου της δικηγορικής μας εταιρείας έχουν χειριστεί μερικές από τις μεγαλύτερες εμπορικές διαφορές μεταξύ επιχειρήσεων με αντικείμενο δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ. Τα νομικά θέματα που αφορούσαν ήταν ο ελεύθερος ανταγωνισμός, η κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, η αποζημίωση λόγω λήξης σύμβασης, η προσβολή σήματος και διάφορες παραβιάσεις των εμπορικών συμβάσεων.
Αναφέρουμε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα από υποθέσεις με μεγάλο νομικό ενδιαφέρον και υψηλό οικονομικό αντικείμενο που χειρίστηκαν οι δικηγόροι της εταιρείας μας με επιτυχία:
ZONARS: Η πολυετής δικαστική διαμάχη για ένα ιστορικό σήμα και η τελική δικαίωση στο Συμβούλιο της Επικρατείας
Η υπόθεση του ιστορικού σήματος ZONARS αποτέλεσε μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες και μακροχρόνιες διαφορές στον χώρο του δικαίου των εμπορικών σημάτων, με επίκεντρο όχι απλώς μία εμπορική ονομασία, αλλά ένα όνομα άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιστορία της Αθήνας.
Η αφετηρία της υπόθεσης βρίσκεται ήδη στο 1939, όταν ο Κάρολος Ζωναράς ίδρυσε την επιχείρησή του, δίνοντάς της το όνομά του. Το κατάστημα Zonar’s εγκαινιάστηκε το 1940 στη συμβολή των οδών Πανεπιστημίου και Βουκουρεστίου και για δεκαετίες αποτέλεσε σημείο αναφοράς της αθηναϊκής κοινωνικής ζωής. Η εταιρεία ΔΙΟΝΥΣΟΣ–ΖΩΝΑΡΣ εκμεταλλευόταν το ιστορικό κατάστημα επί σειρά ετών, ενώ το 1994 προχώρησε στην κατάθεση του σήματος «ΔΙΟΝΥΣΟΣ – ΖΩΝΑΡΣ 1940-1962 ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΑ».
Το 2001 η εταιρεία αποχώρησε από το συγκεκριμένο ακίνητο. Το γεγονός αυτό, όμως, δεν σήμαινε και απώλεια της ιστορικής και εμπορικής ταυτότητας που είχε δημιουργηθεί γύρω από το όνομα Zonar’s.
Το 2004, άλλη εταιρεία προχώρησε στην κατάθεση του σήματος «ZONARS», καθώς και σειράς άλλων σημάτων που περιείχαν την ίδια ονομασία. Η εξέλιξη αυτή αποτέλεσε την απαρχή της δικαστικής διαμάχης.
Η σημασία της υπόθεσης έγινε ακόμη μεγαλύτερη όταν το κατάστημα στη συμβολή Πανεπιστημίου και Βουκουρεστίου επαναλειτούργησε με τη χρήση του ονόματος Zonar’s. Η ΔΙΟΝΥΣΟΣ–ΖΩΝΑΡΣ υποστήριξε ότι δεν επρόκειτο απλώς για χρήση της ίδιας λέξης, αλλά για αξιοποίηση της ιστορίας και της φήμης που είχε δημιουργήσει η ίδια επί δεκαετίες.
Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε το γεγονός ότι η νέα λειτουργία του καταστήματος συνδεόταν δημόσια με την ιστορία του παλαιού Zonar’s, τον Κάρολο Ζωναρά, τις παλιές συνταγές και την παράδοση του καταστήματος. Ακόμη και η αναγραφή του έτους «1939» χρησιμοποιήθηκε στο νέο κατάστημα, δηλαδή του έτους ίδρυσης της ιστορικής επιχείρησης.
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, η ΔΙΟΝΥΣΟΣ–ΖΩΝΑΡΣ αποφάσισε να κινηθεί δικαστικά, υποβάλλοντας αίτηση για τη διαγραφή του μεταγενέστερου σήματος.
Η πρώτη απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων δεν ήταν ευνοϊκή για την εταιρεία. Η διαφορά, όμως, δεν σταμάτησε εκεί. Η υπόθεση οδηγήθηκε ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, όπου σταδιακά αναδείχθηκαν τα κρίσιμα στοιχεία που θα καθόριζαν τελικά την έκβασή της.
Τα δικαστήρια δέχθηκαν ότι, παρά τις επιμέρους διαφορές στην απεικόνιση των δύο σημάτων, η ένδειξη «ZONARS» αποτελούσε το κυρίαρχο και δεσπόζον στοιχείο τους, με ιδιαίτερα έντονη διακριτική δύναμη. Παράλληλα, το προγενέστερο σήμα της ΔΙΟΝΥΣΟΣ–ΖΩΝΑΡΣ αναγνωρίστηκε ως σήμα φήμης, λόγω της μακρόχρονης χρήσης του και της ισχυρής σύνδεσης του ονόματος Zonar’s με το ιστορικό κατάστημα και τη συγκεκριμένη επιχείρηση.
Ακόμη πιο σημαντική ήταν η κρίση ότι η χρήση της ίδιας ονομασίας στο ίδιο ακριβώς ακίνητο, όπου είχε επί δεκαετίες λειτουργήσει το ιστορικό Zonar’s, μπορούσε να δημιουργήσει στο κοινό την εντύπωση ότι επρόκειτο για συνέχεια της παλιάς επιχείρησης. Με τον τρόπο αυτό, η μεταγενέστερη χρήση του ονόματος θεωρήθηκε ότι αντλούσε όφελος από τη φήμη που είχε ήδη δημιουργήσει η ΔΙΟΝΥΣΟΣ–ΖΩΝΑΡΣ.
Η υπόθεση κορυφώθηκε με απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, η οποία δικαίωσε τον πελάτη μας, τη ΔΙΟΝΥΣΟΣ–ΖΩΝΑΡΣ και ανέτρεψε το προηγούμενο δυσμενές αποτέλεσμα.
Η αντίδικος δεν αποδέχθηκε την απόφαση και προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, επιχειρώντας να ανατρέψει την εφετειακή κρίση. Μεταξύ άλλων, αμφισβήτησε το έννομο συμφέρον της ΔΙΟΝΥΣΟΣ–ΖΩΝΑΡΣ, τον χαρακτηρισμό του σήματος ως σήματος φήμης, τη δεσπόζουσα σημασία της ένδειξης ZONARS και την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης.
Η υπερασπιστική γραμμή της ΔΙΟΝΥΣΟΣ–ΖΩΝΑΡΣ, που αναπτύχθηκε από τη Δικηγορική Εταιρεία Στέφανος Οικονόμου και Συνεργάτες, στηρίχθηκε ακριβώς στην ανάδειξη της ιστορικότητας και της φήμης του σήματος, αλλά και στο γεγονός ότι μεγάλο μέρος των αιτιάσεων της αντιδίκου αφορούσε ουσιαστικά πραγματικές κρίσεις των προηγούμενων δικαστηρίων, οι οποίες δεν μπορούσαν να επανεξεταστούν ως τέτοιες σε αναιρετικό επίπεδο.
Η δικαστική διαδρομή ολοκληρώθηκε με την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης της αντιδίκου και παρέμεινε σε ισχύ το ευνοϊκό αποτέλεσμα για τη ΔΙΟΝΥΣΟΣ–ΖΩΝΑΡΣ.
Η απόφαση αυτή έκλεισε έναν δικαστικό αγώνα που είχε διαρκέσει περισσότερο από μία δεκαετία και αποτέλεσε σημαντική επιτυχία τόσο για τη ΔΙΟΝΥΣΟΣ–ΖΩΝΑΡΣ όσο και για τη Δικηγορική Εταιρεία Στέφανος Οικονόμου και Συνεργάτες, η οποία χειρίστηκε την υπόθεση με συνέπεια σε όλα τα κρίσιμα στάδια.
Η τελική δικαίωση απέδειξε ότι η αξία ενός ιστορικού εμπορικού σήματος δεν περιορίζεται στην τυπική κατοχύρωσή του. Περιλαμβάνει τη φήμη, την ιστορία, τη διαδρομή και τη σύνδεσή του με το καταναλωτικό κοινό — στοιχεία που, στην περίπτωση του ZONARS, αποδείχθηκαν καθοριστικά για την τελική έκβαση της διαφοράς.
Αγωγή franchisee – εμπορικού αντιπροσώπου για απαίτηση δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ κατά εταιρείας κινητής τηλεφωνίας.
Μία πολυετής και ιδιαίτερα σύνθετη εμπορική διαφορά στον κλάδο των τηλεπικοινωνιών ολοκληρώθηκε με πλήρη και οριστική δικαίωση της εντολέως του δικηγορικού μας γραφείου, κατόπιν διαδοχικών ευνοϊκών κρίσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, του Εφετείου Αθηνών και, τελικώς, του Αρείου Πάγου.
Η υπόθεση αφορούσε σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στο πλαίσιο της οποίας είχε ανατεθεί σε εμπορικό συνεργάτη – μέλος γνωστού ομίλου εταιρειών, η προώθηση προϊόντων και υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας, η ανάπτυξη δικτύου πωλήσεων και η προσέλκυση νέων συνδρομητών. Η συνεργασία διέπονταν από αναλυτικούς συμβατικούς όρους και συγκεκριμένους ποσοτικούς στόχους, μεταξύ των οποίων προβλεπόταν η επίτευξη ελάχιστου αριθμού ενεργοποιήσεων και η διαρκής ανάπτυξη της εμπορικής δραστηριότητας του αντιπροσώπου.
Κατά την εξέλιξη της συνεργασίας διαπιστώθηκαν σοβαρές και επαναλαμβανόμενες αποκλίσεις από τις συμβατικές υποχρεώσεις. Παρά τις σχετικές επισημάνσεις και την προηγούμενη έγγραφη επικοινωνία μεταξύ των μερών, οι συμφωνημένοι στόχοι δεν επιτεύχθηκαν, με αποτέλεσμα η εταιρεία τηλεπικοινωνιών να προχωρήσει σε καταγγελία της σύμβασης.
Η καταγγελία αποτέλεσε την αφετηρία μίας εκτεταμένης δικαστικής αντιδικίας. Ο πρώην εμπορικός συνεργάτης άσκησε δύο αγωγές, με τις οποίες προέβαλε ιδιαίτερα υψηλές οικονομικές αξιώσεις, ύψους δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ, διεκδικώντας, μεταξύ άλλων, αποζημίωση πελατείας, διαφυγόντα κέρδη, αποζημίωση λόγω πρόωρης λύσης της σύμβασης, χρηματική ικανοποίηση, καθώς και ποσά από προμήθειες και λοιπές συμβατικές παροχές. Οι αξιώσεις αυτές ανέρχονταν συνολικά σε ποσά πολλών εκατομμυρίων ευρώ, γεγονός που προσέδιδε στη διαφορά σημαντική οικονομική και επιχειρηματική βαρύτητα.
Η νομική πολυπλοκότητα της υπόθεσης ήταν αντίστοιχη της οικονομικής της σημασίας. Το δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει ζητήματα που άπτονταν όχι μόνο του δικαίου της εμπορικής αντιπροσωπείας, αλλά και του δικαίου των συμβάσεων και του ελεύθερου ανταγωνισμού.
Μεταξύ των βασικών νομικών ζητημάτων περιλαμβάνονταν η ύπαρξη σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της σύμβασης, οι προϋποθέσεις θεμελίωσης αξίωσης για αποζημίωση πελατείας, η έκταση των αποζημιωτικών αξιώσεων ενός εμπορικού αντιπροσώπου, η εφαρμογή της αρχής της καλής πίστης και η απαγόρευση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Παράλληλα, προβλήθηκαν σοβαροί ισχυρισμοί περί κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης, παραβίασης των κανόνων του ελεύθερου ανταγωνισμού και καταχρηστικής εκμετάλλευσης της οικονομικής εξάρτησης του εμπορικού συνεργάτη.
Η επιτυχής αντιμετώπιση της υπόθεσης προϋπέθεσε λεπτομερή επεξεργασία ενός ιδιαίτερα εκτεταμένου πραγματικού και αποδεικτικού υλικού. Η στρατηγική του γραφείου επικεντρώθηκε στη σύνδεση των συμβατικών όρων με την πραγματική πορεία της συνεργασίας, στην αξιοποίηση των στοιχείων που αποτύπωναν την επίτευξη ή μη των συμφωνημένων στόχων και στην ανάδειξη της προηγούμενης συμπεριφοράς των μερών.
Καθοριστικής σημασίας υπήρξε η τεκμηρίωση ότι η καταγγελία δεν αποτέλεσε αιφνίδια ή αυθαίρετη επιχειρηματική απόφαση, αλλά συνέπεια συγκεκριμένων συμβατικών παραβάσεων και μη επίτευξης συμφωνημένων εμπορικών αποτελεσμάτων.
- Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αποδέχθηκε την ουσία των θέσεων της εντολέως μας και απέρριψε τους βασικούς ισχυρισμούς του αντιδίκου. Μεταξύ άλλων, έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης ήταν δικαιολογημένη και δεν συνιστούσε καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, ενώ δεν αποδείχθηκε παράνομη συμπεριφορά κατά παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού.
- Η υπόθεση οδηγήθηκε στη συνέχεια ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφασή του, το Εφετείο απέρριψε την ασκηθείσα έφεση και επιβεβαίωσε την πρωτόδικη κρίση, εξετάζοντας διεξοδικά τόσο τη συμβατική σχέση όσο και τους ισχυρισμούς περί δεσπόζουσας θέσης, καταχρηστικών πρακτικών και περιορισμού του ανταγωνισμού.
- Η πολυετής δικαστική διαδρομή ολοκληρώθηκε ενώπιον του Αρείου Πάγου. Με την απόφασή του, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους που είχαν ασκηθεί κατά της απόφασης του Εφετείου, αφήνοντας οριστικά σε ισχύ την ευνοϊκή για την εντολέα μας κρίση.
Η συγκεκριμένη υπόθεση αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της εμπειρίας της δικηγορικής μας εταιρείας σε πολύπλοκες εμπορικές αντιδικίες αξίας δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ. Ιδιαίτερη σημασία σε τέτοιες εμπορικές διαφορές έχει η διαμόρφωση ενιαίας και συνεπούς δικαστικής στρατηγικής ήδη από τον πρώτο βαθμό. Η σε βάθος κατανόηση της εμπορικής σχέσης, η προσεκτική αξιοποίηση του συμβατικού και οικονομικού υλικού και η συστηματική αντιμετώπιση σύνθετων ζητημάτων εμπορικού και δικαίου ανταγωνισμού επέτρεψαν τη διατήρηση της ίδιας υπερασπιστικής γραμμής σε όλα τα δικαιοδοτικά επίπεδα.
Η επιτυχής οριστική έκβαση της υπόθεσης επιβεβαίωσε τη εμπειρία των δικηγόρων εμπορικού δικαίου της εταιρείας μας και δικαίωσε τη νομική και αποδεικτική στρατηγική που ακολουθήθηκε από την έναρξη της διαφοράς, ανέδειξε δε τη σημασία της συνεπούς, τεκμηριωμένης και μακροπρόθεσμης διαχείρισης σύνθετων εμπορικών διαφορών υψηλής οικονομικής αξίας.
Η συμβιβαστική επίλυση μεγάλης εμπορικής διαφοράς μεταξύ αποκλειστικού διανομέα και γνωστής εταιρείας αρτοσκευασμάτων.
Μία ιδιαίτερα σημαντική εμπορική διαφορά, η οποία ανέκυψε μετά τη λήξη συνεργασίας διάρκειας 24 ετών μεταξύ δύο εταιρειών του κλάδου τροφίμων, κατέληξε σε συμβιβαστική επίλυση, έπειτα από στοχευμένη και συστηματική νομική διαχείριση της υπόθεσης.
Η εντολέας μας εταιρεία υπήρξε από το 1994 αποκλειστική διανομέας των προϊόντων της αντισυμβαλλόμενης εταιρείας στη Βουλγαρία. Όπως υποστήριξαμε, κατά την έναρξη της συνεργασίας τα συγκεκριμένα προϊόντα ήταν ουσιαστικά άγνωστα στη βουλγαρική αγορά, ενώ μέσα από τη μακρόχρονη δραστηριότητα, την εμπορική οργάνωση, τις επενδύσεις και την ανάπτυξη του δικτύου της απέκτησαν ιδιαίτερα σημαντική παρουσία στη χώρα. Η εταιρεία τόνισε ότι είχε συμβάλει ουσιαστικά στη δημιουργία και ανάπτυξη του πελατολογίου και ότι η εμπορική επιτυχία των προϊόντων στη Βουλγαρία ήταν σε σημαντικό βαθμό αποτέλεσμα της δικής της δραστηριότητας.
Κεντρικό επιχείρημα της εντολέως εταιρείας ήταν ότι η σχέση των δύο εταιρειών δεν αποτελούσε μία απλή σχέση αγοραστή και προμηθευτή. Υποστήριξε ότι, ως αποκλειστικός διανομέας, είχε καταστεί στην πράξη τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της αντισυμβαλλόμενης εταιρείας: προωθούσε αποκλειστικά τα προϊόντα της, ακολουθούσε τις κατευθύνσεις της, πραγματοποιούσε δαπάνες για την προβολή τους και παρείχε αναλυτική πληροφόρηση για τους πελάτες και τις πωλήσεις. Με βάση αυτά τα χαρακτηριστικά προέβαλε ότι στη συγκεκριμένη συνεργασία είχαν εφαρμογή οι προστατευτικές διατάξεις για τον εμπορικό αντιπρόσωπο και τον αποκλειστικό διανομέα.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στην αποζημίωση πελατείας. Η εντολέας εταιρεία υποστήριξε ότι είχε ουσιαστικά δημιουργήσει από μηδενική βάση το πελατολόγιο της αντισυμβαλλόμενης εταιρείας στη Βουλγαρία, το οποίο κατά τον χρόνο λήξης της συνεργασίας περιελάμβανε περισσότερους από 7.000 πελάτες. Παράλληλα, επισήμανε ότι η αντισυμβαλλόμενη εταιρεία θα εξακολουθούσε να αποκομίζει τα οικονομικά οφέλη από το δίκτυο αυτό ακόμη και μετά τη λήξη της συνεργασίας.
Δεύτερος βασικός άξονας της επιχειρηματολογίας αφορούσε τον τρόπο λήξης της συνεργασίας. Η εντολέας εταιρεία υποστήριξε ότι, λόγω της διαδοχής όμοιων συμβάσεων επί 24 έτη και της συνέχισης της συνεργασίας ακόμη και μετά την τυπική λήξη της τελευταίας σύμβασης, η σχέση είχε αποκτήσει ουσιαστικά χαρακτήρα αορίστου χρόνου. Κατά συνέπεια, θεωρούσε ότι έπρεπε να προηγηθεί εξάμηνη προθεσμία καταγγελίας. Η ανακοίνωση της λήξης χωρίς την προθεσμία αυτή θεμελίωνε, κατά την άποψή της, αξίωση αποζημίωσης για τα κέρδη που θα είχε αποκομίσει κατά το αντίστοιχο εξάμηνο.
Παράλληλα, η εντολέας εταιρεία προέβαλε ότι επί μήνες είχε δημιουργηθεί η εύλογη πεποίθηση ότι η συνεργασία θα συνεχιζόταν, με αποτέλεσμα να συνεχίζει να επενδύει στην προώθηση των προϊόντων. Υποστήριξε ότι η αιφνίδια διακοπή της συνεργασίας δεν της επέτρεψε να προσαρμόσει εγκαίρως την εμπορική της δραστηριότητα και της προκάλεσε πρόσθετη οικονομική ζημία. Επιπλέον, έπληξε και την επαγγελματική της αξιοπιστία και εικόνα απέναντι στους πελάτες της, ζητώντας για τον λόγο αυτό και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ύψους 200.000 ευρώ.
Η συνολική αυτή επιχειρηματολογία δημιούργησε ένα ισχυρό πλαίσιο διαπραγμάτευσης. Καθοριστική ήταν η συμβολή της δικηγορικής εταιρείας ,Στέφανος Οικονόμου και Συνεργάτες Α.Ε , που ανέλαβε τη νομική υποστήριξη της εντολέως εταιρείας ,καθώς η επιμονή της στις τεκμηριωμένες νομικές και οικονομικές θέσεις οδήγησε τελικά σε σημαντικά βελτιωμένη συμφωνία. Τα μέρη κατέληξαν σε αναγνώριση ποσού εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ ως εύλογης αποζημίωσης , λόγω της λήξης της σύμβασης αποκλειστικής διανομής. Η οριστική διευθέτηση μιας σύνθετης εμπορικής διαφοράς χωρίς προσφυγή σε πολυετή δικαστική αντιδικία αποτυπώνουν στην πράξη την αποτελεσματικότητα της στρατηγικής που ακολουθήθηκε και το ουσιαστικό οικονομικό αποτέλεσμα που επιτεύχθηκε.
Ευθύνη εταιρείας σιδηροδρόμων και εταιρείας φύλαξης για θανατηφόρο ατύχημα σε χώρο σιδηροδρομικών εγκαταστάσεων
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέδωσε εντελώς πρόσφατα μία ιδιαίτερα σημαντική απόφαση σε υπόθεση θανατηφόρου ατυχήματος από ηλεκτροπληξία εντός χώρου σιδηροδρομικών εγκαταστάσεων, που είχε απασχολήσει όλα τα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης, πριν από λίγα χρόνια. Οι πελάτες μας, συγγενείς του θύματος άσκησαν αγωγή κατά της εταιρείας που εκμεταλλεύεται τον σιδηρόδρομο και τους προστηθέντες της. Με την απόφαση αναγνωρίστηκε ευθύνη για την πλημμελή λήψη και εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας και επιδικάστηκαν σημαντικά ποσά ως χρηματική ικανοποίηση και αποζημίωση στους οικείους του θανόντος.
Η υπόθεση παρουσίαζε εξαιρετική πραγματική και νομική πολυπλοκότητα, καθώς ενώπιον του Δικαστηρίου συνεκδικάστηκαν περισσότερες αγωγές, πρόσθετες παρεμβάσεις και ανακοινώσεις δίκης, με εμπλοκή της εταιρείας λειτουργίας των σιδηροδρομικών εγκαταστάσεων, προσώπων επιφορτισμένων με τη φύλαξη του χώρου, εταιρείας παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και ασφαλιστικών εταιρειών.
Το ιστορικό της υπόθεσης
Ο νεαρός άνδρας εισήλθε μαζί με φίλους του σε χώρο εναπόθεσης συρμών, με σκοπό να πραγματοποιήσουν graffiti σε βαγόνια. Η είσοδος έγινε από σημείο της περίφραξης στο οποίο υπήρχε άνοιγμα, ενώ στον χώρο υπήρχαν ηλεκτροφόρες εγκαταστάσεις ιδιαίτερα υψηλού κινδύνου. Κατά την παραμονή του στο σημείο, ο νεαρός ήρθε σε επαφή με ηλεκτροφόρο στοιχείο και υπέστη θανατηφόρα ηλεκτροπληξία.
Το Δικαστήριο εξέτασε αναλυτικά όχι μόνο τον τρόπο εισόδου του θανόντος στον χώρο, αλλά κυρίως το κατά πόσον οι υπεύθυνοι είχαν λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή της πρόσβασης τρίτων σε έναν χώρο στον οποίο υπήρχε προφανής κίνδυνος για τη ζωή.
Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε στην κατάσταση της περίφραξης, στην επάρκεια της φύλαξης, στην ύπαρξη ή μη αποτελεσματικής προειδοποιητικής σήμανσης, στην επιτήρηση του χώρου και στη δυνατότητα έγκαιρης διαπίστωσης της παρουσίας μη εξουσιοδοτημένων προσώπων. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η υποχρέωση ασφαλείας δεν μπορούσε να εξαντλείται στην τυπική ύπαρξη περίφραξης ή προσωπικού φύλαξης, αλλά απαιτούσε μέτρα πραγματικά πρόσφορα να αποτρέψουν την πρόσβαση σε έναν χώρο αυξημένης επικινδυνότητας.
Τα κρίσιμα νομικά ζητήματα
Η υπόθεση έθεσε στο επίκεντρο σειρά σύνθετων ζητημάτων αδικοπρακτικής ευθύνης: την ύπαρξη παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς, την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των παραλείψεων ασφαλείας και του θανάτου, την ευθύνη προστηθέντων και προστησάντων, αλλά και την έκταση της συνυπαιτιότητας του ίδιου του θανόντος.
Το Δικαστήριο δέχθηκε συνυπαιτιότητα του θανόντος, λόγω της εισόδου του σε χώρο στον οποίο δεν επιτρεπόταν η πρόσβαση. Η κρίση αυτή, όμως, δεν οδήγησε στην απαλλαγή των υπευθύνων. Αντιθέτως, έγινε δεκτό ότι οι παραλείψεις ως προς τη φύλαξη και την ασφάλεια του χώρου συνέβαλαν αιτιωδώς στην επέλευση του αποτελέσματος.
Παράλληλα εξετάστηκαν ενστάσεις παραγραφής, ζητήματα ασφαλιστικής κάλυψης και η εφαρμογή ρητρών ασφαλιστηρίων συμβολαίων, καθώς και η δυνατότητα αναζήτησης των σχετικών ποσών από τις εμπλεκόμενες ασφαλιστικές εταιρείες.
Η σημασία της απόφασης και ο χειρισμός της υπόθεσης
Η επιτυχής έκβαση της υπόθεσης αποτέλεσε αποτέλεσμα συστηματικής και πολυεπίπεδης δικαστικής προετοιμασίας. Η Δικηγορική Εταιρεία μας «Στέφανος Οικονόμου και Συνεργάτες», η οποία ανέλαβε τη δικαστική εκπροσώπηση και τον συνολικό χειρισμό της υπόθεσης, χρειάστηκε να ανασυνθέσει με ακρίβεια ένα περιστατικό που είχε συμβεί αρκετά χρόνια πριν, να αξιοποιήσει τεχνικά στοιχεία, μαρτυρικές καταθέσεις, στοιχεία της ποινικής διαδικασίας και έγγραφα σχετικά με τις υποχρεώσεις φύλαξης και ασφάλειας των εγκαταστάσεων.
Το Δικαστήριο αναγνώρισε τελικώς την υποχρέωση καταβολής στους οικείους του θανόντος σημαντικών ποσών, ενώ παράλληλα έκρινε και τις επιμέρους σχέσεις ασφαλιστικής κάλυψης μεταξύ των εμπλεκομένων μερών.
Η απόφαση έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι υπενθυμίζει ότι σε εγκαταστάσεις αυξημένου κινδύνου η ασφάλεια δεν αποτελεί μία τυπική υποχρέωση. Απαιτεί συνεχή, ουσιαστική και αποτελεσματική πρόληψη. Παράλληλα, αναδεικνύει τη σημασία της ενδελεχούς δικαστικής προετοιμασίας σε υποθέσεις όπου η τεχνική πραγματικότητα, η αδικοπρακτική ευθύνη και το ασφαλιστικό δίκαιο συναντώνται σε ένα ιδιαίτερα σύνθετο αποδεικτικό περιβάλλον.
Αποκλειστικός διανομέας κατά πολυεθνικής εταιρείας ειδών super market.
Ο εντολέας μας άσκησε αγωγή αποζημίωσης κατά της πολυεθνικής εταιρείας επειδή κατήγγειλε την σύμβαση λόγω μη επίτευξης στόχων και αρνήθηκε να καταβάλει αποζημίωση πελατείας.
Οι δικηγόροι μας απέδειξαν ότι οι στόχοι ήταν <<εξωπραγματικοί>> και είχαν τεθεί προκειμένου να δικαιολογήσουν την καταγγελία. Το δικαστήριο έκρινε την καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική και επιδίκασε αποζημίωση στον πελάτη μας.
Διαιτησία διαφοράς αλυσίδας φροντιστηρίων κατά franchisee
Εκπροσωπήσαμε franchisee πελάτη μας στη διαιτησία που κίνησε ο δικαιοπάροχος μετά την καταγγελία της σύμβασης, ζητώντας τεράστια αποζημίωση και υπέρμετρες ποινικές ρήτρες για παράβαση σύμβασης.
Οι δικηγόροι μας πέτυχαν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για τον πελάτη μας, αποφεύγοντας την καταβολή αποζημίωσης και μειώνοντας τις ποινικές ρήτρες σε ελάχιστο ποσό.
Αγωγή συνεργάτη κατά γνωστής εταιρείας ένδυσης για παραβίαση συμφωνιών αμοιβής του και συμμετοχής στην εταιρεία.
Ο πελάτης μας άσκησε αγωγή κατά των ιδρυτών γνωστής εταιρείας ένδυσης με τους οποίους είχε συνάψει σύμβαση η οποία προέβλεπε την αμοιβή του με μετοχές της υπό ίδρυση εταιρείας ένδυσης.
Οι αντίδικοι ισχυρίστηκαν ότι η συμφωνία τους με τον πελάτη μας αφορούσε άλλο επιχειρηματικό εγχείρημα το οποίο τελικά δεν ευοδώθηκε και ότι η εταιρεία που ίδρυσαν εκ των υστέρων δεν είχε καμία σχέση με την εταιρεία στην οποία είχαν υποσχεθεί μετοχική συμμετοχή στον πελάτη μας.
Το δικαστήριο έκανε δεκτούς τους ισχυρισμούς μας, αναγνώρισε την προσφορά του εντολέα μας και απέρριψε τους ισχυρισμούς των αντιδίκων, διέταξε δε πραγματογνωμοσύνη για τον καθορισμό του ποσού της αποζημίωσης που δικαιούται ο εντολέας μας.
Αγωγή καταναλωτή για ευθύνη παραγωγού ( product liability ) και παραπλανητική διαφήμιση
Καταναλωτής άσκησε αγωγή κατά της εντολίδος μας πολυεθνικής φαρμακευτικής εταιρείας ισχυριζόμενος ότι το συμπλήρωμα διατροφής που αυτή παρήγαγε και διέθετε στην ελληνική αγορά του προκάλεσε μη προβλεπόμενες παρενέργειες και ότι η διαφήμισή του περιείχε ψευδείς και παραπλανητικούς ισχυρισμούς.
Η δικηγορική μας εταιρεία απέδειξε ότι οι αιτιάσεις του καταναλωτή ήταν αβάσιμες και ότι η διαφήμιση του προϊόντος δεν ήταν παραπλανητική και έτσι η αγωγή του απορρίφθηκε.
ΓΙΑ ΡΑΝΤΕΒΟΎ καλέστε μας στο τηλέφωνο 210 7231630
Τομείς εξειδίκευσης
- Αντιδικίες από εμπορικές συμβάσεις

- Εταιρικές διαφορές

- Δημόσιοι διαγωνισμοί

- Franchise – Δικαιόχρηση

- Εμπορικά σήματα

- Εταιρείες

- Compliance

- Εμπορικές μισθώσεις – Ακίνητα

- Εργατικό δίκαιο

- Προσωπικά δεδομένα

- Εμπορική αντιπροσωπεία – Διανομή

- Εμπορικές συμβάσεις

- Είσπραξη οφειλών

- Φαρμακευτικό δίκαιο & ιατρικές συσκευές

- Τηλεπικοινωνίες

- Αγορά ακινήτου ή κινητών

